Ἀνιχνευτής

τῆς Ἱστορίας

Ο καπετάν Κώττας

Κώττας.

Ο Καπετάν Κώττας
Κωνσταντίνος,  Χρήστου 1860 – 1905

   Καταγόταν από το χωριό Ρούλια (σήμερα το χωριό φέρει το όνομά του), στο δρόμο Φλώρινας – Κορυτσάς και στη μεγάλη ρεματιά από το Πισοδέρι στα Αλβανικά σύνορα. Γεννήθηκε το 1863. Μέτριο ανάστημα, όλος κόκκαλα, νεύρα, τένοντες, με ασκητική μορφή. Μικρός στο κορμί αλλά έκρυβε ψυχική και σωματική ρώμη γίγαντα.
Όταν τον πήγαιναν στην κρεμάλα (27 Σεπτεμβρίου 1905), χτύπησε με τις χειροπέδες δύο δεσμοφύλακες, τους έριξε κάτω και το` βαλε στα πόδια. Αν ήξερε τους δρόμους και δεν έπεφτε σε αδιέξοδο, θα είχε ξεφύγει. Το πρόσωπό του στην κρεμάλα ήταν μαύρο απ` τα χτυπήματα και τα ρούχα του έσταζαν αίμα, είχε παλέψει ως την τελευταία στιγμή. Τον κρέμασαν μισοπεθαμένο.

   Στο χωριό του έκανε το γεωργό, τον μπακάλη, τον κηροποιό, τον χαντζή! Αληθινός πολυτεχνίτης. Πάνω απ` όλα έτρεφε άσβεστο μίσος για τους Τούρκους. Στο χωριό υπήρχαν δύο χάνια, το ένα του Κασίμ μπέη Καπεστίτσα, Τουρκαλβανού, που είχε και ένα νερόμυλο και το άλλο χάνι ήταν της εκκλησίας του χωριού. Στο χάνι αυτό κανείς δεν τολμούσε να νοικιάσει γιατί οι οπλοφόροι του μπέη φιλοδωρούσαν στους ενοικιαστές, σφαίρες! Ο Κώττας το νοίκιασε!
Το 1896 έγινε «μουχτάρης» (πρόεδρος) του χωριού. Ένας Τούρκος αποσπασματάρχης αξιωματικός του ζήτησε να σφραγίσει με τη μουχτάρικη σφραγίδα (η σφραγίδα αναπλήρωνε την υπογραφή, γιατί όλοι σχεδόν δεν ήξεραν να υπογράφουν) μια απόδειξη που βεβαίωνε ότι πλήρωσε τα τρόφιμα του αποσπάσματος που πήρε από το χωριό, χωρίς όμως να τα πληρώσει. Ο Κώττας αρνήθηκε και ο αξιωματικός έβαλε τους στρατιώτες και του έριξαν τόσο άγριο ξύλο, που οι «αζάδες» (κοινοτικοί σύμβουλοι) πήραν κρυφά τη σφραγίδα και σφράγισαν την απόδειξη. Την άλλη μέρα ο Κώττας το έμαθε και με όλα του τα χάλια πήγε απ` το χωριό του στην Καστοριά και διαμαρτυρήθηκε στις αρχές. Γύρισε πίσω κρατώντας θριαμβευτικά στο χέρι λίγα γρόσια, το αντίτιμο των τροφίμων και των ξυλοκοπημάτων…

   Την άνοιξη του 1897, 28 νέοι Μοναστηριώτες των καλύτερων οικογενειών, όπως ο καθηγητής των μαθηματικών Παντελής Νάκας και ο βιομήχανος Νικόλαος Καζάζης, είχαν προμηθευτεί όπλα και στολές για να βγούνε αντάρτες στο βουνό, με αρχηγό τον Κώττα. Είναι ζήτημα αν ήξεραν τότε στο Μοναστήρι που βρίσκεται και αν υπάρχει η μακρινή και απόμερη Ρούλια και αν είχαν ακουστά για τον Κώττα. Κάποια οργάνωση της Φλώρινας ή της Καστοριάς θα τους τον σύστησε, και δεν έπεσε έξω.
Ο άδοξος τότε ελληνοτουρκικός πόλεμος όμως, ματαίωσε τα αρματολικά σχέδια των Μοναστηριωτών.
Την άνοιξη του 1898, ο Κώττας μαζί με τον επίσης σλαβόφωνο (μετέπειτα Οπλαρχηγό) Παύλο Κύρου και άλλους δύο, έστησαν ενέδρα ανάμεσα στο Πισοδέρι και στο Ανταρτικό και σκότωσαν τον Κασίμ και δύο σωματοφύλακές του. Οι τουρκικές αρχές αναστατώθηκαν (ο Κασίμ ήταν ξακουστός με αρκετούς συγγενείς πασάδες) και φυλάκισαν ως ηθικό αυτουργό τον Χουσεϊν μπέη Καραϊσκάκη, εχθρό του Κασίμ. Συνήθιζαν αυτές τις δολοφονίες οι Αλβανοί μπέηδες.

   Δεν ήταν εύκολα πιστευτό πως θα τολμούσαν ποτέ οι ταπεινοί ραγιάδες να σηκώσουν χέρι και όπλο σε ένα τόσο δυνατό και άφοβο μπέη! Ο Κώττας εξακολουθούσε να δουλεύει σκυφτός στα χωράφια, τα κεριά, το τσαγκαράδικο, το μπακάλικό του. Άρχισαν όμως σιγά σιγά να κυκλοφορούν επικίνδυνες φήμες. Τότε αναγκάστηκε να αποχαιρετήσει πανηγυρικά τους οικείους και τους χωριανούς του, να βγάλει διαβατήριο στη Φλώρινα για το εξωτερικό και να ανεβεί στο τραίνο Μοναστηρίου – Φλώρινας – Θεσσαλονίκης. Μα στο δεύτερο σταθμό κατέβηκε από το τραίνο και πήρε τα βουνά.

Κώττας σφργδ

Πάνω στα βουνά

   Από τούς πρώτους που τον ακολούθησαν στα βουνά,ήταν oι, Λάζος Τσολάκης και Αθαν. Γκιόρλης από το Απόσκεπο της Καστοριάς, Νάκος από το Σίστοβο (Σιδηροχώρι), Αλέξης Νάστος από το Τσέροβο (Κλειδί) της Φλώρινας, Βασίλης Μπεκιάρης από το Ζέλοβο (‘Ανταρτικό) και Σπ. Παρασκευαϊδης από τη Ράμπα (Λαιμό) Πρεσπών -όλοι σλαβόφωνοι. O Κώττας έβαλε μπροστά μια πρωτότυπη εκστρατεία, ξεκαθάριζε διαδοχικά τον ένα μετά απ` τον άλλο, τρομερούς Τουρκαλβανούς μπέηδες και αγάδες, που ήταν αληθινή μάστιγα για τον πληθυσμό. Όταν κανείς από δαύτους το παραξήλωνε, εμφανιζόταν σαν τη Νέμεση ο Κώττας και του πλήρωνε τα επίχειρα της κακίας του.
Έτσι ξέκαμε τον Αμπεντίν μπέη απ` την Καστοριά, το Νουρή μπέη απ` το Άργος Ορεστικό, τον Τζεμάλ μπέη απ` την Κορυτσά, που όλοι λυμαίνονταν και καταλήστευαν με την ενοικίαση της δεκάτης τα χριστιανικά χωριά της Καστοριάς και Φλώρινας.
Το ίδιο έκανε και με τον καπετάν Νουρή από τη Φλώρινα που είχε τιμάριό του το Τρίβουνο και τον Μελά και με το δημόσιο εισπράκτορα Ταχέρ αγά με τους τέσσερις συνοδούς του χωροφύλακες, Τουρκαλβανούς όπως και αυτός. Είχε στρωθεί σε ένα σπίτι και ζητούσε από τον φτωχό σπιτονοικοκύρη να παρουσιαστούν οι νύφες και οι θυγατέρες του να τον περιποιηθούν… Εμφανίστηκε ξαφνικά ο Κώττας και του είπε αρβανίτικα: «Σου φέρνω επτά νύφες» (όσα ήταν τα παλικάρια του). Τους έπιασε και τους έριξε σε μια βαθειά σπηλιά και οι τουρκικές αρχές νόμισαν πως το είχαν σκάσει με τα χρήματα στην Αλβανία. Μετά από παράκληση χωρικών από τον Ακρίτα (Μπούφι), τους απάλλαξε από τρεις φοβερούς Τουρκαλβανούς που είχαν καταντήσει μάστιγα για το χωριό.

   Δύσκολο να καταλάβουμε σήμερα τον αντίκτυπο αυτών των φόνων. Οι χωρικοί είχαν τον Κώττα σαν Θεό και τον έβαζαν στην κατηγορία των μεγάλων οπλαρχηγών, σαν τον Κολοκοτρώνη. Δεν ήταν εξάλλου εύκολη λεία οι Τουρκαλβανοί μπέηδες και αγάδες, που ήταν πάνοπλοι γενναίοι και συνοδεύονταν πάντοτε από πάνοπλους συνοδούς.
Το περίεργο είναι, γράφει ο Γ.Χ. Μόδης, ότι ενώ είχε εκτελέσει πολλούς Τουρκαλβανούς, υπάρχει αρβανίτικο τραγούδι που εξυμνεί τον Κώτα, γιατί όλοι αναγνώριζαν ότι οι εκτελούμενοι βαρύνονταν με πολλές άμαρτίες.
Η γενναιότητα λοιπόν του Κώττα ήταν μεγάλη και φημισμένη. Έτσι όταν πρωτοφάνηκαν οι κομιτατζήδες το 1900, τον βρήκαν θρονιασμένο στα βουνά των Κορεστίων και της Πρέσπας, ίνδαλμα των χωρικών. Τον πλησίασαν, τον ύμνησαν, τον δοξολόγησαν και ο Κώτας δέχτηκε τή συνεργασία μαζί τους, γιατί όπως ήταν άποτραβηγμένος στά βουνά, δέν είχε πολλές πληροφορίες. Τοϋ έκαμε όμως ίδιαίτερη έντύπωση ότι οί νέοι συνεργάτες του, άντί νά σκοτώνουν Τούρκους -όπως ο ίδιος- ξεκαθάριζαν χριστιανούς, παπάδες, δασκάλους, προκρίτους καί άπλούς άνθρώπους.
Και μια νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1900, ενώ ο Κώττας βάδιζε ανύποπτος μαζί τους ανάμεσα στη Βέβη και Κέλη, πισώπλατα και άνανδρα τον πυροβόλησαν και τον τραυμάτισαν αρκετά σοβαρά «κατά διαταγή του Κομιτάτου», όπως γράφει ο Κλιάσεφ. Για την ενότητα δήθεν του αγώνα και για την ιδεολογική συνοχή θέλησαν να τον εμφανίσουν σαν ένα απροσάρμοστο και επικίνδυνο αιρετικό.
Αργότερα θα ισχυριστούν ότι έπεσε σε συμπλοκή με Τούρκους. Προβληματισμένος αποστασιοποιήθηκε απ’ αυτούς και έγινε ο ανεξάρτητος κυρίαρχος των Κορεστίων και της Πρέσπας.
Ο Κώττας χρειάστηκε πολλούς μήνες για να γιατρέψει την πληγή του, αλλά μόλις έγινε καλά, κήρυξε τον πόλεμο στο Κομιτάτο, στους «παλιοδασκάλους» τους Βούλγαρους και τους άλλους «βαγαπόντες». Η δόξα του Κώττα είναι ότι κατόρθωσε να κρατηθεί πέντε χρόνια σχεδόν και να συνεχίζει ένα σκληρό διμέτωπο αγώνα με την τουρκική κυριαρχία και με το βουλγαρικό κομιτάτο. Σαν γνήσιος ηγέτης, εγκατέστησε την κυριαρχία του σε πολλά χωριά των Κορεστίων και της Πρέσπας που τα γλίτωσε από τις αρπαχτικές υπερβασίες των Τουρκαλβανών και τις αθλιότητες των «ελευθερωτών» του βουλγαρικού κομιτάτου. Ωστόσο το σπίτι του ήταν, όπως έγραψε ο Παύλος Μελάς, το φτωχότερο του χωριού. Ο αρχικομιτατζής Π. Κλιάσεφ, ομολογεί στα απομνημονεύματά του, αμέτρητες ενέδρες και παγίδες που έστησαν οι Βούλγαροι στον Κώττα.

   Ο Τσακαλάρωφ επανηλειμένως επιχείρησε να τον εξοντώσει, ο Μοσκώφ απέτυχε και αυτός. Του έστηναν ενέδρες στα μέρη όπου περίμεναν να περάσει, μα ο γερόλυκος των βουνών τους ξέφευγε πάντα. Όταν πια απελπίστηκαν, του έστειλαν τον βοεβόδα Πετρώφ δήθεν δυσαρεστημένο με το κομιτάτο να του εμπνεύσει εμπιστοσύνη και να τον δολοφονήσει. Δεν τα κατάφερε ούτε αυτός. Του έστειλαν έπειτα τον Γκέλε ή Βαγγέλη. Κράτησαν εικονικά στο Μακροχώρι την οικογένειά του και τον πρόσταξαν να καταφύγει δήθεν στον Κώττα και να παραστήσει ότι ξέφυγε από το μαχαίρι τους. Ο Κώττας, παρά τις αντιρρήσεις των οπαδών του, τον δέχτηκε, τον όπλισε και του έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη.
Την άλλη μέρα ο Γκέλε έπεσε στα γόνατα, ζήτησε συγχώρεση και του τα εξομολογήθηκε όλα (Γεώργιος Χρήστου, Μακεδονικές Ιστορίες). Ύστερα απ`αυτό ο Κώττας, αναγκάστηκε να εκστρατεύσει για να απελευθερώσει την οικογένεια του Γκέλε, αφού δεν μπορούσε να τον διώξει, για να βρει τον θάνατο, ούτε να τον κρατήσει με την οικογένειά του στα εχθρικά χέρια. Έπιασαν τον χωρικό που φύλαγε καραούλι, τον έδεσαν, μπήκαν στο χωριό, πήραν τη γυναίκα και την κόρη του Γκέλε και έφυγαν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί.
Εξαγριώθηκαν οι κομιτατζήδες. Συγκεντρώθηκαν οι συμμορίες της Καστοριάς και της Φλώρινας και ρίχτηκαν του Κώττα στο δάσος πάνω από το Τρίγωνο. Ακολούθησε οκτάωρη μάχη. Σε βοήθεια του Κώττα ήρθαν Πισοδερίτες με τον Παπασταύρο και Ανταρτικιώτες. Ο Κώττας έχασε δύο άντρες και έφυγε με τρεις πληγωμένους.

   Στις 30 Αυγούστου 1902 έφτασε στην περιοχή Καστοριάς από τη Βουλγαρία με 50 άνδρες ο Γιάγκωφ, έφεδρος συνταγματάρχης του βουλγαρικού στρατού και υπαρχηγός των Βερχοβίστ (Τσοντσεφικών). Είχαν διαταγή να αφοπλίσουν τον Κώττα (απομνημονεύματα Κλιάσεφ). Ο Γιάγκωφ ανέφερε στους Τσακαλάρωφ και Κλιάσεφ ότι είχε αποστολή να προκαλέσει οπωσδήποτε επαναστατικό κίνημα, που θα το ενίσχυαν αμέσως Ρώσοι και Βούλγαροι. Εκείνοι αναφέρθηκαν στην επιτροπη Μοναστηρίου και όταν πήραν αρνητική απάντηση του διεμήνυσαν να μην προβεί σε καμία ενέργεια. Ο Γιάγκωφ όμως παρά τις αντιδράσεις του Τσακαλάρωφ, είχε έρθει σε επαφή με τον Κώττα.
Για να εκθέσει ο Κώττας στη συνείδηση των χωρικών τους Τσακαλάρωφ, Κλιάσεφ και όλους τους Κομιτατζήδες, αποφάσισε να δράσει μονάχος του και ακόμη να μπει στην Φλώρινα και στην Καστοριά.
Επιστράτευσε 450 χωρικούς και στις 6 Σεπτέμβρη του 1902 ξεκίνησε από το Τρίγωνο με της πρόθεση να κάψει κάμποσα τουρκικά σπίτια της Φλώρινας και προ παντός να αρπάξει όπλα από την στρατιωτική αποθήκη της πόλης. Οι Τούρκοι όμως το πληροφορήθηκαν και κινητοποίησαν αμέσως δυνάμεις ιππικού και πεζικού. Ματαιώθηκε επίσης και η “εισβολή” στην Καστορία…

Κώττας1

Ο καπετάν Κώττας με παραδοσιακή Ελληνική φορεσιά. Από pamakedonikienwsiellados-australias

Για τον θάνατο του Κώττα διαβάζουμε στο βιβλίο <<Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα>> , ΓΕΣ, 1979. (Απὸ http://www.e-istoria.com/207.html)

   Η δυσάρεστος διά τον Ελληνισμόν κατάστασις ενετάθη από το γεγονός, ότι κατά το θέρος τού 1904, ή Ελληνική οργάνωσις τής Δυτικής Μακεδονίας εδέχθη σκληρότατα πλήγματα και απώλεσε δύο από τα σημαντικώτερα στηρίγματά της. Μετά την επάνοδον εις Αθήνας τής Επιτροπής των αξιωματικών, την 9ην Μαΐου 1904, ό Ελληνικός αγών θα έπρεπε να συνεχισθή υπό τού Κώττα, τού Καπετάν Βαγγέλη Γεωργίου και τού Μητροπολίτου Καστορίας Καραβαγγέλη. Ολίγας ημέρας όμως μετά την αναχώρησιν των αξιωματικών, επιστρέφων ό Καπετάν Βαγγέλης εξ επισκέψεώς του εις Μοναστήριον, ενέπεσεν εις ενέδραν κομιτατζήδων και εφονεύθη την Ι2ην Μαΐου, μεταξύ Λουμπετίνης (Πεδινού) και Αετόζι (Αετού).
Ολίγας εβδομάδας βραδύτερον, την 9ην Ιουνίου, ό Κώττας συνελήφθη από τούς Τούρκους, προδοθείς κατά πάσαν πιθανότητα από τούς πρώην συμπολεμιστάς του, λόγω παρεξηγήσεως. Μετά την αναχώρησιν των αξιωματικών είχεν ενισχυθή ό Κώττας διά των τριών Κρητών Ευθυμίου Καούδη, Γεωργίου Μακρή και Γεωργίου Περάκη και από κοινού κατηυθύνθησαν προς συνάντησιν τού σώματος τού Καπετάν Βαγγέλη. Σκοπός του, ως είχεν υποσχεθή εις τούς αξιωματικούς, ήτο ή συνένωσίς του μετά τού σώματος Βαγγέλη και ή καταδίωξις εις τα Κορέστια τής Τσέτας τού Μήτρου Βλάχου, μέχρι τελικής εξοντώσεως της.

   Πράγματι μετ’ ολίγας ημέρας συνηνώθησαν μετά τού σώματος Βαγγέλη, τού ιδίου απουσιάζοντος εις Μοναστήριον. 0λοι των, ανερχόμενοι εις είκοσι πέντε, εισήλθον εις τα Κορέστια, διά Νερέτι (Πολυποτάμου) και Στατίστης (Μελά) και εστάθμευσαν πλησίον τού χωρίου Όστιμα (Τρίγωνον).
Κατά την απουσίαν τού Κώττα εκ Ρούλιας (Κώττα), αι Βουλγαρικαί Τσέται των Μήτρου Βλάχου και Κοκόντσεφ εισήλθον εις το χωρίον και εξηνάγκασαν τούς κατοίκους να δηλώσουν ότι προσεχώρησαν εις την Εξαρχίαν. Επίσης τούς υπεχρέωσαν να εκδιώξουν τον Ελληνοδιδάσκαλόν των.
Η αφεθείσα υπό τού Κώττα διά την ασφάλειαν τού χωρίου μικροομάς ουδεμίαν αντίστασιν προέβαλεν, άλλ’ εγκαταλείψασα τον αρχηγόν της, προσεχώρησεν εις την ΕΜΕΟ. Όταν έφθασεν ό Κώττας εις Όστιμα (Τρίγωνον) με την μικράν και άπειρον εις τον ανταρτικόν αγώνα ομάδα του, επροτίμησε να μη καταδιώξη τον Μήτρον Βλάχον, αλλά να προσπαθήση να προέλθη εις συνεννόησιν μετ’ αυτού, διά να κερδίση χρόνον και να τον αντιμετωπίση υπό καλυτέρας συνθήκας ή να τον πείση να προσχωρήση και αυτός εις την Ελληνικήν υπόθεσιν.

   Ο Κώττας και ό Μήτρος Βλάχος, παλαιοί κλέφται των Κορεστίων, συνεδέοντο διά κοινών αγώνων κατά τής Τουρκικής εξουσίας, μία τοιαύτη δε μεταξύ των συνεννόησις δεν απετέλει ακατόρθωτον ζήτημα. Πράγματι ό Κώττας συνηντήθη μετά τού Μήτρου Βλάχου εις Όστιμα (Τρίγωνον) και από κοινού συνεζήτησαν επί πολλάς ώρας. Ή συνάντησίς των όμως παρεξηγήθη, ως ήτο φυσικόν, από τούς άνδρας τού Κώττα, ιδίως από τούς Κρήτας. Την επομένην δε όλοι οι Κρήτες, μετά των ανδρών τού Καπετάν Βαγγέλη και τού Παύλου Κύρου, εγκατέλειψαν τον Κώττα και μεταβάντες εις Καστορίαν εγνωστοποίησαν εις τον Μητροπολίτην την συνάντησιν Κώττα—Μήτρου Βλάχου.

   Τα επακολουθήσαντα γεγονότα μέχρι τής συλλήψεως τού Κώττα δεν είναι επακριβώς γνωστά. Εκ των Αρχείων τού Υπουργείου των Εξωτερικών εξάγονται πολλά αντιφατικά συμπεράσματα. Είναι πάντως βέβαιον, ότι μέχρι τής συλλήψεώς του εγκατελείφθη ό Κώττας από όλους τούς οπαδούς του, ακόμη και από τον Σίμον Στογιάννην και τον Δημήτριον Νταλίπην.
Ο δε Μητροπολίτης Καστορίας Καραβαγγέλης, άνθρωπος δυναμικός, αγέρωχος και ορμητικός, ενδεχομένως δεν θα εσυγχώρησε την αυθαίρετον συνάντησιν Κώττα—Μήτρου Βλάχου. Πάντως ή δημιουργηθείσα παρεξήγησις μεταξύ των Ελλήνων ανταρτών και ή επακαλουθήσασα σύλληψις τού Κώττα, απετέλεσαν σοβαρόν πλήγμα διά τον διεξαγόμενον αγώνα εις Δυτικήν Μακεδονίαν. Περί τας αρχάς Ιουλίου, οι Κρήτες Καούδης, Μακρής και Περάκης, μετά των Παύλου Κύρου, Σίμου Στογιάννη και μερικών ανδρών τού Καπετάν Βαγγέλη, επέστρεψαν εις Αθήνας και η Ελληνική παρουσία εις την Δυτικήν Μακεδονίαν ήρχισε να εκλείπη. Η αποστολή επομένως εις αυτήν σωμάτων εκ τής ελευθέρας Ελλάδας, καθίστατο επιτακτική..

Βιβλιογραφία
«Ο Μακεδονικός Αγών και η Νεώτερη Μακεδονική Ιστορία» , Γ. Μόδης, ΕΜΣ

«Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα», ΓΕΣ-ΔΙΣ, 1979

«Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί», Γ. Μόδης, ΕΜΣ

Σύντομος σύνδεσμος -shortlink- άρθρου: http://wp.me/p456C4-32

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: